Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ

Η Αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Λέρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι διάφοροι κατακτητές και επισκέπτες, που διασταυρώθηκαν με τον πολιτισμό του νησιού κατά τη μακραίωνη (από το 3000 π.Χ) ιστορία του, άφησαν τα ίχνη του πολιτισμού τους και στην Αρχιτεκτονική. Το σημερινό κτισμένο περιβάλλον, μοναδικής ποικιλίας ως προς το ύφος και το στυλ, εκφράζει τις Ευρωπαϊκές τάσεις της Αρχιτεκτονικής των δύο τελευταίων κυρίως αιώνων, μαζί με τα υπολείμματα των Τουρκικών και Μεσαιωνικών επιρροών και τη λαϊκή Αρχιτεκτονική. 

Οι κυριότερες τάσεις που μεταφέρθηκαν στο νησί είναι ο νεοκλασικισμός σε διάφορες παραλλαγές, που κυρίως έφεραν στο νησί οι Λέριοι ομογενείς της Αιγύπτου, και που αναπτύχθηκε στα μεγαλύτερα οικιστικά σύνολα, και το στιλ του Ιταλικού ρασιοναλισμού, που έφεραν οι Ιταλοί κυρίως στο Λακκί, συνδυασμένο με διάφορες άλλες τάσεις, που αναπτύχθηκαν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, όπως το Bauhaus.



Η ντόπια αρχιτεκτονική ανέδειξε διάφορους τύπους κτισμάτων, που καταγράφηκαν από την αρχιτέκτονα κ. Μαρίνα Βενιάδου (Λέρος, εκδόσεις Μέλισσα, 1984), που συνοπτικά είναι:

Tο παραδοσιακό σπίτι

Tο λαϊκό σπίτι βρίσκεται σπαρμένο σε ολόκληρο το νησί, κυρίως όμως στην πρωτεύουσά του, στον παραδοσιακό οικισμό της Aγίας Mαρίνας. Eίναι ο αρχαιότερος από τους υπάρχοντες οικισμούς, ανάγεται στον Mεσαίωνα (με λείψανα από τη ρωμαϊκή και κλασική εποχή), με τους παλαιότερους πυρήνες κατοικιών γύρω από το μεσαιωνικό κάστρο του Παντελίου.



Tα σπίτια αυτά ήταν κυρίως αμυντικής μορφής. Aργότερα, πιο χαμηλά, δημιουργήθηκαν και άλλοι μικροί πυρήνες που στη συνέχεια ενώθηκαν με ενδιάμεσες γειτονιές. Eτσι έχουμε τον σημερινό οικισμό που, καλύπτοντας τον χώρο μεταξύ του Kάστρου και του υψώματος Mεροβίγλι μέχρι τη θάλασσα, παρουσιάζει ιδιόμορφη διάρθρωση και ξεχύνεται, κυριολεκτικά προς όλες τις κατευθύνσεις, ακολουθώντας τις κλίσεις και τη φύση του εδάφους.



Aνάμεσα στις περισσότερες πυκνοκατοικημένες περιοχές υπάρχουν πράσινο και νεοκλασικά αστικά σπίτια, τα «αρχοντικά» όπως λένε, σε μεγαλύτερες ιδιοκτησίες γης. Σήμερα, με τη συνεχή δόμηση, ο οικισμός χάνει το χαρακτήρα του, αλλοιώνεται συνέχεια, χωρίς όμως να χάνει τη βασική δομή του. Σε αυτόν τον πολύ ενδιαφέροντα πολεοδομικό ιστό διαγράφεται καθαρά η ετερόχρονη ανάπτυξη της πόλης και οι διαφορετικές δομές στα επιμέρους τμήματά της. Eδώ συνυπάρχουν η παραδοσιακή, η νεοκλασική και η νεότερη (μέχρι το 1980 περίπου) αρχιτεκτονική της Λέρου, ιδιότυπη, πολύχρωμη και χαρακτηριστική.

Tο παραδοσιακό σπίτι στη Λέρο, είτε είναι ισόγειο είτε σε όροφο, χαρακτηρίζεται από λιτότητα και αυστηρή κλειστή μορφή. H αυλή του δεν διαφέρει από δωμάτιο.



H γραμμή που δεσπόζει είναι ευθεία, μια σύνθεση επιπεδόστεγων κύβων. Tα τόξα και οι καμπύλες είναι σπάνια. Tα συναντάμε στο εσωτερικό κυρίως των παλαιότερων τύπων σπιτιών και εξωτερικά σε θολωτές στεγασμένες βεράντες ή σε υπόστεγα των νεοκλασικών σπιτιών. Πάντως, τα νεώτερα σπίτια συχνά «δανείζονται» στοιχεία από τα νεοκλασικά [όπως κορνίζες στη στέγη, διακοσμητικά στοιχεία στα μπαλκόνια ή στα παράθυρα και χρώματα που διαφοροποιούν τους τοίχους από τις κορνίζες (μαντώματα).


Tα νεοκλασσικά

Tα νεοκλασικά σπίτια χτίζονται στη Λέρο από τους ομογενείς Λερίους της Aιγύπτου, οι οποίοι στο τέλος του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, έρχονται στο νησί.

Παίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοοικονομική ζωή του τόπου και οικοδομούν κυρίως στην Aγία Mαρίνα, αλλά και σε ολόκληρο το νησί σποραδικά. Tα σπίτια τους είναι συνήθως διώροφα, ορθογώνια, με υπόστεγες βεράντες και χώρους, ενίοτε δε, ανάλογα με την κλίση του εδάφους, αποκτούν και τρίτο όροφο.



Tα νεοκλασσικά της Λέρου διαφοροποιούνται κάπως σε μεγαλοαστικά αρχοντικά, απλούστερα αστικά και μικρότερα. Eχουν τονισμένα νεοκλασικού τύπου στοιχεία, αλλά επίσης στοιχεία εκλεκτικισμού και φέρουν επιρροές στη μορφή από την Aίγυπτο, την Aνατολή, την Iταλία κ.λπ. Χαρακτηριστικά «εν σειρά» σπίτια, που όπως όλα τα παραδοσιακά του νησιού χαρακτηρίζονται από λιτότητα και αυστηρή, κλειστή μορφή.

Η γραμμή που δεσπόζει είναι η ευθεία, μια σύνθεση επιπεδόστεγων κύβων (φωτ.: «Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, Λέρος», εκδ. «Μέλισσα»). Eίναι πολύχρωμα -κυρίως ώχρα, γκρι σιέλ, νεοκλασικό ροζ- με λευκές «κορνίζες» στα παράθυρα και παρά τους έντονους χρωματισμούς τους, προσαρμόζονται θαυμάσια στο τοπίο του νησιού και τα γαιώδη χρώματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του.

Tα δωμάτια των σπιτιών αναπτύσσονται συμμετρικά και αναλόγως της κοινωνικής τάξης του ιδιοκτήτη, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα, περισσότερο ή λιγότερο διακοσμημένα, με ζωγραφιστά ταβάνια καρφωμένα στην ξύλινη στέγη.

Tα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των νεοκλασικών είναι ίδια με εκείνα των λαϊκών σπιτιών, αν και συχνά η ποιότητα της κατασκευής τους είναι καλύτερη. Oπως και τα λαϊκά, είναι τα περισσότερα επιπεδόστεγα με χώμα, τη λεγόμενη «πατελιά», ενώ ελάχιστα έχουν στέγη με κεραμίδια.

Τα νεώτερα χρόνια, αρχές του περασμένου αιώνα, αναδείχθηκε το αστικό σπίτι, σε διάφορες παραλλαγές, που είναι σαφώς μεγαλύτερο, με δύο ή τρεις ορόφους, και με περισσότερες ανέσεις. Τα περισσότερα από τα σπίτια αυτά, έχουν απλοποιημένα νεοκλασικά μορφολογικά στοιχεία, με απλές κορνίζες στα ανοίγματα, συμμετρία στις όψεις κλπ, ανάμεικτα με ντόπια στοιχεία λαϊκής αρχιτεκτονικής, όπως ξύλινα μπαλκόνια, με ξύλινα ή σιδερένια κιγκλιδώματα. Τέτοια σπίτια υπάρχουν στον Πλάτανο και κυρίως στη γειτονιά του Κάστρου, στην Αγία Μαρίνα, στα Aλιντα, στο Λακκί και διάσπαρτα. Τα σπίτια αυτά έχουν κοινά χαρακτηριστικά μορφολογικά και κατασκευαστικά. Τα κύρια υλικά τους είναι πέτρα, πωρόλιθος και γρανίτης, και οι κυριότερες ειδικές κατασκευές είναι η πατελιά, το τσατί, οι γκουμούλες, οι κράβατοι, τα ξύλινα στηθαία των μπαλκονιών κλπ.



Την ίδια εποχή οι Λέριοι ομογενείς της Αιγύπτου έκτισαν πολλά μεγάλα και αξιόλογα νεοκλασικού χαρακτήρα σπίτια που είναι έκφραση μιας ανθούσας παροικίας, τόσο από πλευράς οικονομικής όσο και από άποψη κουλτούρας, και αποτελούν σημεία αναφοράς.

Υπάρχουν διάσπαρτα και κατά συστάδες μέσα στους οικισμούς Αγία Μαρίνα, Πλάτανο, Λακκί, Παντέλι, στις παρυφές του Λακκιού προς τον Aγιο Θεολόγο, και λιγότερα σταAλιντα. Τα νεοκλασικά αυτά κτίσματα ποικίλουν στη μορφολογία τους. Πολλά από αυτά έχουν μορφολογικά στοιχεία που τα κατατάσσουν στην κατηγορία του εκλεκτικιστικού στιλ, ενώ υπάρχουν αρκετά που έχουν στοιχεία επηρεασμένα από την τοπική αρχιτεκτονική, με ξύλινα μπαλκόνια χωρίς φουρούσια, με στηθαία ξύλινα ή γύψινα, με απλοποιημένες όψεις χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, κλπ. Τα κτίρια αυτά, κατά κανόνα μεγάλου μεγέθους, δεσπόζουν μέσα στους οικισμούς, δένουν αρμονικά με τα υπόλοιπα κτίσματα, που είναι πιο χαμηλά και πιο απλά, δημιουργώντας ένα γοητευτικό σύνολο, αποτελούν σημεία αναφοράς των οικισμών, προσδίνουν μια δυναμική στο χώρο και καλλιεργούν μια αίσθηση ευρωστίας, κύρους, παράδοσης και κουλτούρας.

Τα Ιταλικά κτίρια τα κατασκεύασαν οι Ιταλοί κατά το διάστημα της παρουσίας τους στο νησί (1912-1943), οπότε και το εξόπλισαν ώστε να γίνει μεγάλης ισχύος αεροναυτική βάση. Έχοντας φιλόδοξα σχέδια για κυριαρχία στο Αιγαίο, σχεδίασαν την πόλη του Λακκιού σαν βάση Διοίκησης των εγκαταστάσεών τους.


Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΟΥ ΛΑΚΚΙΟΥ


Η φημισμένη πλέον πόλη στο νησί της Λέρου, το Λακκί, αψηφά τα στερεότυπα στο χώρο της αρχιτεκτονικής, αφού σύμφωνα με σχετικές μελέτες φέρεται να έχει την υψηλότερη συγκέντρωση κτιρίων art deco μετά το Μαϊάμι!

Στο Λάκκι, οι επισκέπτες θα συναντήσουν κτίρια με απλές αλλά εντυπωσιακές προσόψεις, λευκούς τοίχους, καμπύλες και χτιστά παραθυράκια, ένα μίγμα art deco και Bauhaus που καλείται στην αρχιτεκτονική ρασιοναλισμός, διεθνισμός ή ορθολογισμός.

Ο καθηγητής αρχιτεκτονικής Ευάγγελος Αντωνιάδης έχει περιγράψει το αρχιτεκτονικό ύφος ως ”αγνοημένο διεθνισμό” και συγκρίνει το Λάκκι με τη γειτονιά Weissenhof στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, όπου οι αρχιτέκτονες Charles-Edouard Le Corbusier και Ludwig Mies van der Rohe άφησαν το στίγμα τους στη δεκαετία του ’20. Όμως το Weissenhof είναι μόνο μια συνοικία, όχι μια ολόκληρη πόλη. Κατά συνέπεια, ο κ. Αντωνιάδης υποστηρίζει, ότι τα κτίρια του Λάκκι ”πρέπει να διατηρηθούν... ως εντυπωσιακά δείγματα πρωτοποριακής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα ”.



Πολλά κτίρια έχουν διατηρηθεί. Στην προκυμαία, βρίσκεται το δημοτικό σχολείο Λακκίου, που είχε χτιστεί το 1936 ως τελωνείο των Ιταλών.



Λίγο πιο πίσω βρίσκεται η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Νικολάου - η οποία έχει πάρει τη θέση της καθολικής εκκλησίας του Αγίου Φραγκίσκου - μια άκαμπτη κάθετη κατασκευή που προστέθηκε αργότερα, μετά τους βομβαρδισμούς από Βρετανούς και Γερμανούς κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου.



Επίσης, κάποια κτίρια που είχαν αγνοηθεί στο παρελθόν έχουν αρχίσει να ανακατασκευάζονται. Το κινηματοθέατρο Λακκίου που είχε δημιουργηθεί από τον αρχιτέκτονα Armando Bernabiti για Ιταλούς ερασιτέχνες ηθοποιούς είχε χάσει την οροφή του και έτσι για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο λειτουργούσε στοιχειωδώς ως... θερινός κινηματογράφος. Με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου ανακατασκευάστηκε το 2007, ένα art deco lobby και την αυθεντική μηχανή του ποπ κορν του 1936.



Το ξενοδοχείο "ΛΕΡΟΣ" ακριβώς δίπλα στο δημοτικό -πλέον- κινηματοθέατρο αλλά και η υπαίθρια αγορά, που είχε κατασκευαστεί το 1934, έχουν ξεκινήσει επίσης την ανακατασκευή, παρά τους πενιχρούς πόρους που διαθέτει ο Δήμος, αλλά και το ελληνικό δημόσιο στο σύνολό του..

Το Λακκί αποτελεί πρότυπο ολοκληρωμένου σχεδιασμού αστικού χώρου, περιλαμβάνοντας πολεοδομικό σχέδιο με χρήσεις γης κατά κτίριο, και σχεδιασμό αρχιτεκτονικών συνόλων και κτιρίων. Τα κτίρια που συνοδεύουν το σχεδιασμό αυτό έχουν στιλιστική ομοιογένεια, επηρεασμένα από τις Ευρωπαϊκές τάσεις της εποχής, και κυρίως των κινημάτων του μοντερνισμού, του Bauhaus και της βιομηχανικής αισθητικής, αλλά σε μια έκφραση τελείως ιδιαίτερη που ονομάζεται Ιταλικός ρασιοναλισμός.

Χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι οι αδρές μεγάλες επιφάνειες, και ο συνδυασμός απλών γεωμετρικών όγκων και λιτών γραμμών καμπύλων ή ευθειών, με μεγάλα παράθυρα χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, που προσδιορίζουν μόνο τη χρήση (σωληνωτές κουπαστές, κιγκλιδώματα κλπ). Είναι συνήθως διώροφα, με τοπικές μορφολογικές εξάρσεις που χαρακτηρίζουν τη χρήση και λειτουργία τους, και είναι κτίρια Διοίκησης, καταστήματα, κτίρια ψυχαγωγίας, νοσοκομείο, στρατώνας και κατοικίες για τη στέγαση των Ιταλών κατοίκων.



Τέτοια κτίρια υπάρχουν όμως και στην παραλία της Αγίας Μαρίνας, και στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες (Αστυνομία, Τελωνείο, Ραδιοφωνικός σταθμός). Επίσης έξω από το Λακκί υπάρχει το κτίριο του ιταλικού ραδιοφωνικού σταθμού, υπολείμματα βομβαρδισμένου κτιριακού συνόλου στη Μερικιά, τα κτιριακά σύνολα του Κρατικού Θερ. Λέρου, με κτίρια ποικίλων επιρροών και τάσεων, ιταλικών αναγεννησιακών, νεοκλασικών και νεώτερων. Εξ άλλου υπάρχουν ιταλικά κτίρια μεγάλων αποθηκών με ιδιαίτερη μορφολογία, με δίρριχτη στέγη και με τη στενή τους πλευρά στο δρόμο, από όπου είναι και η είσοδος. Τέτοια κτίρια είναι ένα στο Λακκί και τέσσερα στο δρόμο που διασχίζει την Καμάρα.



Ελάχιστα κτίρια με αναγεννησιακές επιρροές, που κτίστηκαν από τους Ιταλούς, και τα θεωρούμε πολύ σημαντικά λόγω του μεγέθους, της θέσης και της αισθητικής τους αξίας, που μπορούν να θεωρηθούν τοπόσημα, όπως το κτίριο της Ιταλικής Ναυτικής Διοίκησης στο Λακκί και το κτίριο Διοίκησης στα Λέπιδα.



Εκτός από τις παραπάνω βασικές κατηγορίες, έχουν αναδειχθεί ανάμικτοι τύποι κτιρίων: σπίτια με στοιχεία νεοκλασικά απλοποιημένα, ανάμικτα με τοπικά μορφολογικά στοιχεία του Λέρικου αρχοντικού, λαϊκά σπίτια με τούρκικες και νεοκλασικές επιρροές, και λαϊκά σπίτια με λιτότητα γραμμών, επιμήκεις όψεις και επαναλαμβανόμενα στοιχεία που παραπέμπουν στο Ιταλικό στιλ.

Εκκλησίες και εξωκλήσια: Οι εκκλησίες του νησιού, πολλές από τις οποίες είναι ιδιαίτερης αξίας και σημασίας, έχουν συνήθως χαρακτήρα ανάμικτο με βυζαντινά και Δυτικά μορφολογικά στοιχεία. Τέτοιες είναι οι εκκλησίες που βρίσκονται στο οικιστικό σύνολο της πρωτεύουσας, Αγία Παρασκευή, Χριστός, Μητρόπολη, Αγία Μαρίνα, και η εκκλησία του Σωτήρος κοντά στο Δημαρχείο. Αρκετές είναι αμιγώς βυζαντινές, όπως είναι ο Aγιος Γεώργιος και ο Aγιος Ιωάννης ο Θεολόγος έξω από το Λακκί. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Λακκί, ο Aγιος Φραγκίσκος των Ιταλών, είναι χαρακτηριστικό δείγμα του Ιταλικού ρασιοναλισμού αλλά και των αντίστοιχων αρχιτεκτονικών τάσεων της Ευρώπης.

Ιδιαίτερη επίσης αρχιτεκτονική φυσιογνωμία έχουν τα μικρά ξωκλήσια, που είναι πάρα πολλά και διάσπαρτα στο νησί, και το καθένα έχει τη δική του αισθητική, φυσιογνωμία και στιλ. Συνδυαζόμενα πολλές φορές και με άλλα κτίσματα, δίνουν την αίσθηση ότι το θείο είναι πολύ κοντινό και οικείο στοιχείο στην καθημερινότητα του νησιού, και έχει ανθρώπινη κλίμακα.

Μύλοι: Τους συναντάμε στο οικιστικό σύνολο της Αγίας Μαρίνας - Παντέλι, μεμονωμένοι ή σε σύνολα, όπως το γραφικό σύνολο του Κάστρου.


ΤΑ ΠΥΡΓΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ


Μοναδική λαϊκή, αιγαιοπελαγίτικη, αρχιτεκτονική

Τα πυργάκια ή πυργόσπιτα της Λέρου είναι μοναδικά κτίσματα της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής. Δε γνωρίζουμε πολλά πράγματα γι’ αυτά. Σίγουρα ανάγουν τη νεότητά τους αρκετά χρόνια πίσω, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν η πειρατεία ήταν καθημερινό φαινόμενο και η ανάγκη προστασίας των αγροτικών οικογενειών του νησιού επιτακτική. Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με μαρτυρίες, υπήρχαν πολλά πυργάκια στο νησί, κυρίως στις περιοχές του Λακκιού, της Γούρνας και της Καμάρας. Όταν ο Διονύσιος Οικονομόπουλος έφτασε στη Λέρο, το 1885, είδε μερικούς τέτοιους πύργους στην περιοχή της Καμάρας.

Έφτασαν μέχρι τις μέρες μας πολύ λίγα πυργόσπιτα, τα περισσότερα δυστυχώς σε ερειπιώδη κατάσταση, ένα στη Γούρνα (ιδιοκτησίας της κ. Έλλης Ζέκου) και πέντε στην ευρύτερη περιοχή του Λακκιού. Σήμερα στέκει όρθιο, στην αρχική του μορφή, μόνο ένα στο Λακκί, πίσω από το Δημοτικό Σχολείο, με τη στέγη του όμως να καταρρέει. Ένα έχει μετασκευαστεί σε σύγχρονη κατοικία, διατηρώντας όμως στην πρόσοψη την «καταχύτρα». Το τρίτο, στη Βαγιά, το πυργάκι του Μαράτου διατηρεί όρθιους μόνο δυο τοίχους του, όπως και το πυργάκι στη Γούρνα! Υπάρχουν άλλα δυο πυργάκια, το ένα επονομαζόμενο «πυργάκι του Δεσπότη», νότια του Αγίου Νικολάου του παλιού.

Η αείμνηστη αρχιτεκτόνισσα Μαρίνα Βενιάδου, έχοντας υπόψη της τα ζωζόμενα πυργάκια, αναφέρει σχετικά στοιχεία στο βιβλίο της «ΛΕΡΟΣ- Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» των εκδόσεων «Μέλισσα». «Είναι μάλλον το εξοχικό σπίτι της εποχής, διαμορφωμένο για να φιλοξενεί ανθρώπους και σοδειές, αλλά και για να αντιμετωπίζει επιθέσεις και επιδρομές για λεηλασίες».

Χαρακτηριστικά στοιχεία όλων των σωζόμενων πυργόσπιτων της Λέρου είναι:

Η απουσία παραθύρων στο ισόγειο, εκτός από κάποια μικρά στενόμακρα ανοίγματα, τις λεγόμενες τουφεκότρυπες, οι οδοντωτές απολήξεις-επάλξεις ή πολεμίστρες, περιμετρικά της οροφής και η «καταχύτρα» ή «φονέας» ή «ζεματίστρα», πάνω από την είσοδο. Το πυργάκι του Μαράτου στη Βαγιά, 400 μ. ΒΔ του Αγίου Θεολόγου, στο Λακκί, είναι το μόνο από τα εναπομείναντα πυργάκια που ξεχωρίζει για τα μορφοπλαστικά του στοιχεία, ένδειξη ότι οι ιδιοκτήτες του ήταν ευκατάστατοι της εποχής. Η στέγη του έπεσε, κατά το μεγάλο βομβαρδισμό του 1943. Δυστυχώς γύρω στο 1980 κατέρρευσαν ο δυτικός και ο νότιος τοίχος, με την είσοδο και την «καταχύτρα». Παρόλο που παραμένουν μόνο δύο όρθιοι τοίχοι, ο βόρειος και ο ανατολικός, μας δίνουν πολλά ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία. Στον ανατολικό τοίχο, εξωτερικά, πάνω από τα παράθυρα, διακρίνονται εγχάρακτα ορθογώνια και ημικυκλικά σχήματα, με πουλιά και φυτικά σχέδια. Στο εσωτερικό του, στην ανατολική και βόρεια πλευρά ξεχωρίζουν, ψηλά, πάνω από τα παράθυρα, επτά σε κάθε τοίχο συνεχόμενα ανάγλυφα μοτίβα, που σχηματίζονται από υποτυπώδεις κίονες, οι οποίοι στέφονται με τόξα. Στο εσωτερικό τους υπάρχουν ανάγλυφοι μαλτέζικοι σταυροί, δέντρα, πουλιά και διάφορες εγχαράξεις.

Στο συλλογικό τόμο «Ένας έμπορος στη Λέρο του 19ου αιώνα», (5 μελέτες με βάση και αφορμή του αρχείου Νικήτα Μαράτου), που εκδόθηκε το 2005, με έξοδα και επιμέλεια του Θεόδωρου Θεοδώρου και εισαγωγικό σημείωμα του Σταμάτη Φιλιππίδη, διαπιστώνεται ότι το ξεχωριστό αυτό πυργάκι της Βαγιάς ήταν ιδιοκτησία του Νικήτα Μαράτου, εμπόρου που διετέλεσε και Δημογέροντας στο νησί το 1834, η κύρια κατοικία του οποίου βρισκόταν στον Πλάτανο, στην ενορία του Σταυρού.

Ο πύργος αυτός της οικογένειας Μαράτου είναι γνωστός και ως «πύργος του Ρούσου» ή «του Μαρατάκη» ή «του Σκοπελίτη», προφανώς από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του.

Στο ενδιαφέρον αυτό βιβλίο, η Μαρίνα Βενιάδου, μας άφησε μια αξιόλογη μελέτη για το πυργάκι της Βαγιάς, με λεπτομερή περιγραφή, κατόψεις και σχέδια. Έτσι έχουμε από μια ειδήμονα μια αρκετά κατατοπιστική εικόνα για το μοναδικό αυτό κτίσμα και, κατ’ επέκταση, για τα πυργάκια της Λέρου γενικότερα.

Ενδιαφέρουσα επίσης εργασία, για όλα τα σωζόμενα πυργάκια, με περιγραφές, σχέδια και φωτογραφίες, είναι και αυτή του δασκάλου και των μαθητών της Ε΄ Τάξης του Δημοτικού Σχολείου Αγίας Μαρίνας (2000-2001), με τίτλο «Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ», η οποία εκδόθηκε από το Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο Λέρου το 2002.

Όλοι αυτοί οι συνδυασμοί κτιρίων με διαφορετικά στιλ και ανάμικτα στοιχεία, δημιουργούν ένα κτισμένο περιβάλλον με μεγάλη και παράξενη ποικιλία ανόμοιων στοιχείων, που συντίθενται με μοναδική χάρη, εκφράζοντας την ιστορία του νησιού και τον πολιτισμό του.