ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Στη Λέρο υπάρχει σαφή υπεροχή της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα (67% της συνολικής απασχόλησης).

Ένα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον τριτογενή τομέα (42%) απασχολείται στο κλάδο «υγεία και κοινωνική μέριμνα», καθιστώντας το Κρατικό Θεραπευτήριο της Λέρου (Κ.Θ.Λ) τον μεγαλύτερο εργοδότη στο νησί.

Οι δραστηριότητες του λιανικού και χονδρικού εμπορίου καθώς και των ξενοδοχείων και εστιατορίων απορροφούν αντίστοιχα το 9,8% και το 5,7% της συνολικής απασχόλησης.

Τη δεύτερη θέση στην απασχόληση κατέχει ο δευτερογενής τομέας με ποσοστό 13%, από το οποίο τα δύο τρίτα περίπου αντιστοιχούν στον κλάδο των κατασκευών.

Στον πρωτογενή τομέα απασχολείται μόλις το 7% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Τα μεγέθη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (ΟΕΠ) τόσο σε απόλυτες τιμές όσο και ποσοστιαία επί του πραγματικού πληθυσμού άνω των 10 ετών, παρουσιάζονται αυξημένα κατά την τελευταία απογραφή, σε σχέση με τα αντίστοιχα των δύο προηγούμενων δεκαετιών, και αντίστροφη βέβαια είναι η πορεία των μεγεθών του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού.

Οι μεταβολές αυτές υπολείπονται των αντίστοιχων σε επίπεδο νομού, πλην όμως δεν είναι αμελητέες και αποτελούν ένδειξη ικανοποιητικής παρουσίας παραγωγικών ηλικιών στην περιοχή μελέτης και της δυνατότητας συγκράτησης, με τις παρούσες συνθήκες και προϋποθέσεις, του παραγωγικού πληθυσμού.

Η συμμετοχή των γυναικών στον ΟΕΠ, η οποία, σύμφωνα με τις απογραφές των δύο προηγούμενων δεκαετιών, ήταν σε επίπεδα πολύ χαμηλά σε σχέση με τα αντίστοιχα του νομού, με διαφορά της τάξης των 20 εκατοστιαίων μονάδων, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής 2001 υπολείπεται κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες, με τάση εξισορρόπησης της διαφοράς.

Το 1981 οι άνεργοι στο Δήμο Λέρου αποτελούσαν το 5.76% του ΟΕΠ άνω των 10 ετών. Την επόμενη δεκαετία, κατά την οποία η αύξηση του ΟΕΠ ήταν της τάξης του 9%, η συμμετοχή των ανέργων παρουσίασε σημαντική κάμψη (2,4%), προσωρινή, όπως φαίνεται, αφού από τα στοιχεία της απογραφής 2001 η Λέρος εμφανίζεται με ποσοστό ανέργων 9,61% επί του ΟΕΠ άνω των 10 ετών, ενώ την ίδια χρονική περίοδο, το αντίστοιχο μέγεθος στο νομό Δωδεκανήσου είναι 4.88%.

  • Τομεακή και κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία (2001), στην τομεακή διάρθρωση της απασχόλησης υπερέχει ο τριτογενής τομέας (66.49%), με επόμενο, με μικρή συμμετοχή, τον δευτερογενή τομέα (12,98%), θέση την οποία κατέχει κυρίως λόγω της ζωτικότητας του κλάδου των κατασκευών. Ο πρωτογενής τομέας εμφανίζεται με πολύ μικρή συμμετοχή (7,21%), και με μεταβαλλόμενη εξέλιξη ως προς τις προηγούμενες δεκαετίες (8,41% το 1981 και 6,34% το 1991). 

Είναι φανερό ότι η διόγκωση του τριτογενούς τομέα δεν οφείλεται στην ανάπτυξη του τουρισμού, όπως στα περισσότερα νησιά του νομού, στον οποίο το αντίστοιχο μέγεθος είναι 68,04% με τάσεις και προοπτική αύξησης, αλλά στην αυξημένη παροχή υπηρεσιών στο θεραπευτήριο Λέρου.

Τα μεγέθη του δευτερογενούς τομέα του νησιού υστερούν σημαντικά ως προς τα αντίστοιχα του νομού (23,5%), ενώ ο πρωτογενής τομέας υπερέχει ελαφρώς των αντίστοιχων μικρών (5.69%) μεγεθών του νομού, που παρουσιάζουν τάσεις περαιτέρω μείωσης. Ο περισσότερο ανεπτυγμένος κλάδος, και στο νομό και στη περιφέρεια είναι αυτός που περιλαμβάνει τις τουριστικές δραστηριότητες, με επόμενους κλάδους αυτόν των λοιπών υπηρεσιών και των κατασκευών, ενώ στη Λέρο υπάρχει αντιστροφή στην τάξη των δύο πρώτων κλάδων.

  • Ομάδες ατομικών επαγγελμάτων

Τα διαθέσιμα στοιχεία για τη συμμετοχή των ομάδων ατομικών επαγγελμάτων στο σύνολο του ΟΕΠ του Δήμου Λέρου, φτάνουν μέχρι το 1991. 

Από τα διαθέσιμα στοιχεία διαπιστώνεται η σημαντική παρουσία μισθωτών (68.69% το 1991, 70.69% το 2001), ενώ το 1981 το μεγαλύτερο τμήμα του ΟΕΠ (63,18%) κατατάσσεται στην κατηγορία «συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη» και οι μισθωτοί αποτελούσαν το 3,15%. 

Είναι προφανές ότι η εξέλιξη και αναμόρφωση της λειτουργίας του θεραπευτηρίου επηρέασε και επηρεάζει αποφασιστικά τη διάρθρωση των ασκούμενων επαγγελμάτων. 

Για τη δεκαετία 1981-1991 η μεταβολή των ασκούντων επιστημονικά και ελευθέριαεπαγγέλματα ακολουθεί τη μεταβολή του ΟΕΠ ενώ αισθητή είναι η μείωση των γεωργών και κτηνοτρόφων.


Πρωτογενής τομέας

  • Γεωργία

O πρωτογενής τομέας, δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Λέρου σαν κύρια απασχόληση και πηγή εισοδήματος. Αποτελεί όμως συμπληρωματική δραστηριότητα που αποσκοπεί σχεδόν αποκλειστικά στην αυτοκατανάλωση ή στην περιορισμένη τοπική κατανάλωση. Η μικρής έκτασης χρησιμοποιούμενη γεωργική γη, ιδιόκτητη κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της μειώθηκε σημαντικά (κατά 22,5%) κατά την τελευταία εικοσαετία, όπως μειώθηκε επίσης και η μέση έκταση ανά εκμετάλλευση, ενώ αντίθετα ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων αυξήθηκε, σαν αποτέλεσμα της κατάτμησης της γεωργικής γης.

Η δραστηριότητα ασκείται με περιορισμένα μηχανικά μέσα, οι αρδευόμενες εκτάσεις αποτελούν μόλις το 10% της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης αλλά κατανέμονται σε περισσότερες από τις μισές εκμεταλλεύσεις, ενώ δεν έχει αναπτυχθεί καμιά οργάνωση για τη βελτίωση των συνθηκών που θα επέτρεπαν την αύξηση της παραγωγής, την βελτιστοποίηση της ποιότητας και την επίτευξη ανταγωνιστικών τιμών για τη διάθεση των προϊόντων.

Δεν αναφέρονται τοπικές φυτικές ποικιλίες, και δεν υπάρχουν προϊόντα τυποποιημένα ή πιστοποιούμενα. Πάντως, η ποιότητα των προϊόντων που παράγονται με αυτό τον τρόπο, διατηρείται σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία απογραφής γεωργίας 2001 της ΕΣΥΕ, οι ετήσιες καλλιέργειες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος (70%) της γεωργικής γης, και ακολουθούν οι δενδρώδεις καλλιέργειες (17,3%) και τα αμπέλια (2%). Οι υπόλοιπες εκτάσεις είναι λιβάδια, αγραναπαύσεις και οικογενειακοί λαχανόκηποι. Οι κύριες γεωργικές περιοχές βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Γούρνας στα Τεμένια και στο Παρθένι, διάσπαρτες καλλιεργούμενες εκτάσεις, εμπλεκόμενες με διάσπαρτο οικιστικό ιστό, συναντώνται στα βόρεια του Λακκιού προς την περιοχή Μύλοι – Πλάκα, και τρεις θερμοκηπιακές καλλιέργειες υπάρχουν στο Λακκί, Μύλους και περιοχή Γερμανού.

  • Κτηνοτροφία

Η κτηνοτροφία δεν αποτελεί κύρια απασχόληση για τους 75 περίπου κτηνοτρόφους του νησιού, ούτε συμμετέχει σημαντικά στην οικονομία του νησιού. Οι κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις είναι μικρές και δεν υπάρχουν οργανωμένες κτηνοτροφικές μονάδες, εκτός από ένα πτηνοτροφείο, με παραγωγή 1500 βρώσιμα κοτόπουλα ανά μήνα και 4500 κότες αυγοπαραγωγής.

Τα υπόλοιπα προϊόντα χρησιμοποιούνται για ίδια κατανάλωση ή περιορισμένη τοπική κατανάλωση, δεν είναι τυποποιημένα ή πιστοποιημένα, αλλά η ποιότητά τους είναι υψηλή.

  • Μελισσοκομία

Ιδιαίτερα σημειώνεται η μελισσοκομία, με 1500 κυψέλες και ετήσια παραγωγή περίπου 15 τόνους μέλι, εξαιρετικής ποιότητας, που διατίθεται χωρίς τυποποίηση εντός και εκτός του νησιού. Οι εκμεταλλεύσεις είναι μικρές μέχρι μεσαίες με 10 μέχρι 200 κυψέλες.

  • Αλιεία

Υπάρχουν συνολικά 140 σκάφη με παραγωγή περίπου 2700tn. ετησίως. Συγκεκριμένα:

  • 2 γρι-γρι που απασχολούν από 6 αλιεργάτες και έχουν ετήσια παραγωγή 150 tn./σκάφος
  • 4 μηχανότρατες που απασχολούν από 3 αλιεργάτες και έχουν ετήσια παραγωγή 100tn./σκάφος
  • 15 βιντζότρατες που απασχολούν από 3 αλιεργάτες και έχουν ετήσια παραγωγή 15tn./σκάφος
  • 119 παράκτια σκάφη (δίχτυα, παραγάδια), που απασχολούν από 3 αλιεργάτες και έχουν ετήσια παραγωγή 5 tn./σκάφος
  • Επίσης υπάρχουν 5 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, με παραγωγή 1170 τόνους ετησίως.

Από τα προϊόντα της αλιείας στην τοπική αγορά διατίθεται ένα ποσοστό της τάξης του 10%, από τους ίδιους τους αλιείς ή μέσω των 7 ιχθυοπωλείων που υπάρχουν στο Λακκί και στον Aγιο Θεολόγο και ενός αυτοκινήτου (στο Παρθένι). Η υπόλοιπη παραγωγή στέλνεται με ατομική πρωτοβουλία των αλιέων και με τη μεσολάβηση μεσαζόντων (μανάβηδων) κυρίως στον Πειραιά.

Η έλλειψη οργάνωσης και συλλογικής δράσης στη διάθεση των προϊόντων της αλιείας, δυσχεραίνει τη διακίνηση, μειώνει το κέρδος του παραγωγού, και καθιστά αδύνατη την προσαρμογή στις απαιτήσεις που αποσκοπούν στην εφαρμογή κατά τη μεταφορά σύγχρονων προδιαγραφών για τη διασφάλιση της διατήρησης ποιότητας του διατιθέμενου προϊόντος και της υγείας των καταναλωτών.


Δευτερογενής τομέας

Στην κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης, ο δευτερογενής τομέας κατέχει τη δεύτερη θέση, με ποσοστό απασχολούμενων 12,98% του ΟΕΠ άνω των 10 ετών, που οφείλεται κυρίως στον κλάδο των κατασκευών.Εξορυκτικές δραστηριότητες αναπτύσσονται στην εγκεκριμένη Λατομική Ζώνη, στην ΒΑ πλευρά του Τσίγκουνα, όπου απασχολούνται περίπου 10 άτομα, ως μισθωτοί.

Από τις οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί διαπιστώνεται ότι η οικοδομική δραστηριότητα κατά τα 5 τελευταία έτη ακολουθεί αυξητική πορεία, πλην όμως όχι έντονη, ότι η εκτός σχεδίου και εκτός των ορίων των οικισμών οικοδόμηση καλύπτει το 20% των οικοδομικών αδειών, και ότι οι οικισμοί που οικοδομούνται περισσότερο είναι τα ʼλιντα, η Αγία Μαρίνα, το Λακκί και η Καμάρα. 

Οι κατασκευές είναι κυρίως κατοικίες, σε ποσοστό περίπου 50%, ενώ σημαντικός είναι ο αριθμός των οικοδομικών αδειών για προσθήκες σε κατοικίες. Σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα είναι τα μεγέθη που αφορούν ανέγερση καταστημάτων και ειδικών κτιρίων.


Τριτογενής τομέας

Η σημαντική παρουσία του τριτογενή τομέα στην απασχόληση και στην οικονομία του νησιού οφείλεται κυρίως στις δημόσιου χαρακτήρα υπηρεσίες, και κατά δεύτερο λόγο στον τουρισμό.

Είναι γεγονός ότι επί δεκαετίες η οικονομία της Λέρου είναι άμεσα εξαρτημένη από τη λειτουργία του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου, όπου απασχολείται το μεγαλύτερο ποσοστό του Ο.Ε.Π. του τριτογενή τομέα, που ανέρχεται στο 60% περίπου του Ο.Ε.Π. του νησιού. Παράλληλα, το προϊόν μεγάλου αριθμού μονάδων του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα προορίζεται, σχεδόν αποκλειστικά, για την κάλυψη των αναγκών του θεραπευτηρίου. 

Η κατάσταση αυτή θα ανατραπεί με την προγραμματισμένη σταδιακή μείωση του αριθμού των ασθενών του θεραπευτηρίου, και οι αναμενόμενες επιπτώσεις, άμεσες και σημαντικές, είναι το πιο σημαντικό και σύνθετο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί. Ήδη, από το Π.Ε.Π. Νοτίου Αιγαίου 1994-1999, χρηματοδοτήθηκε η υλοποίηση της υποστηρικτικής δομής της Ειδικής Ολοκληρωμένης Δράσης για τη Λέρο, για την οποία Ειδική Δράση είχε συνταχθεί μελέτη που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1996.
Οι λειτουργίες – στόχοι της υποστηρικτικής δομής ήταν:

  • Η οργάνωση και εμψύχωση της οικονομικής δραστηριοποίησης του νησιού
  • Ενέργειες που αφορούν τον Επαγγελματικό Προσανατολισμό και τα Προγράμματα
  • Επαγγελματικής Κατάρτισης
  • Πολιτιστικές παρεμβάσεις και προβολή του νησιού
  • Οργάνωση και λειτουργία ενός Κοινωνικού Συνεταιρισμού, στο πλαίσιο του ν. 2716/1999, ο οποίος λειτουργεί δραστήρια μέχρι σήμερα.

Οι Δημόσιες και Δημοτικές υπηρεσίες, που συγκεντρώνουν τους περισσότερους απασχολούμενους στον τριτογενή τομέα, βρίσκονται στο Λακκί (όπου βρίσκεται η κεντρική μονάδα του ΚΘΛ, οι υπηρεσίες του Λιμανιού, Εκπαιδευτήρια, Αστυνομία και η ΔΕΥΑΛ), στα Λέπιδα, (όπου βρίσκεται η δεύτερη μονάδα του ΚΘΛ), στην Αγία Μαρίνα και στον Πλάτανο, όπου βρίσκονται οι υπόλοιπες Δημόσιες και Δημοτικές Υπηρεσίες και εκπαιδευτήρια. 

Η τουριστική κίνηση διοχετεύεται σχεδόν αποκλειστικά στα Αλιντα, στο Κριθώνι, στην Αγία Μαρίνα και στο Παντέλι, και, κατά δεύτερο λόγο, στο Βρομόλιθο, στον Ξηρόκαμπο και στο Δρυμώνα.
Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι οι Έλληνες επισκέπτες είναι σχεδόν διπλάσιοι από τους αλλοδαπούς, αλλά με μικρότερο μέσο όρο διανυκτερεύσεων, και επίσης ότι, κατά τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο και Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο, η κίνηση των αλλοδαπών επισκεπτών είναι πρακτικά μηδενική ενώ υπάρχει σημαντική κίνηση Ελλήνων, γεγονός που μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν πρόκειται για τουρίστες αλλά για επαγγελματίες που έχουν κυρίως σχέση με τις ιδιαίτερες δημόσιες υπηρεσίες του νησιού. Οι επισκέπτες αυτών των χρονικών περιόδων δεν κατευθύνονται στους κύριους τουριστικούς υποδοχείς του νησιού, οι οποίοι στα διαστήματα αυτά είναι πρακτικά ανενεργοί.

Όπως διαπιστώνεται, οι αφίξεις παρουσιάζουν φθίνουσα πορεία από το 1993 μέχρι το 1998 με μικρή ανάκαμψη το 1996, και θεαματική άνοδο το 1999, χωρίς όμως ανάλογη μεταβολή των διανυκτερεύσεων.

Οι εγκαταστάσεις τουριστικών καταλυμάτων που λειτουργούν στο νησί, είναι:

Α. 15 Ξενοδοχειακές μονάδες, δυναμικότητας 850 κλινών, από τις οποίες 300 ανήκουν στην μοναδική Β΄ κατηγορίας μονάδα, ενώ οι υπόλοιπες ανήκουν σε μονάδες Γ΄, Δ΄ και Ε΄ κατηγορίας.
Β. 32 μονάδες επιπλωμένων διαμερισμάτων, από τις οποίες 15 είναι Α΄, 7 είναι Β΄ και 10 Γ΄ κατηγορίας με περίπου 500 κλίνες συνολικά.
Γ. 32 μονάδες ενοικιαζόμενων δωματίων, από τις οποίες 16 είναι Α΄, 12 είναι Β΄ και 4 Γ΄ κατηγορίας με περίπου 400 κλίνες συνολικά.

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταλυμάτων παρατηρείται, κατά σειρά, στους εξής οικισμούς: Αλιντα, Παντέλι, Κριθώνι, Λακκί, Βρομόλιθο και Ξηρόκαμπο, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό υψηλής κατηγορίας καταλυμάτων είναι εγκατεστημένα στα Αλιντα, και ακολουθούν το Λακκί και το Παντέλι.